Το Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης



Το Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης πρωτολειτούργησε το 1934-35 με πρώτο Επόπτη του Σχολείου τον μεγάλο Έλληνα παιδαγωγό Αλέξανδρο Δελμούζο και Διευθυντή του τον επίσης σπουδαίο Έλληνα επιστήμονα Βασίλειο Τατάκη. Από τότε πέρασαν και άφησαν ανεξίτηλο το πέρασμά τους μεγάλοι δάσκαλοι και πνευματικοί άνθρωποι. Ο Γιώργος Θέμελης, ο Ιωάννης Ξηροτύρης, ο Πολύκλειτος Ρέγκος, ο Σαράντος Παυλέας, ο Κωνσταντίνος Μπότσογλου, ο Νίκος Παραλής είναι μόνο μερικές περιπτώσεις σημαντικών πνευματικών ανθρώπων.
Το Πειραματικό Σχολείο είχε την τύχη να στεγαστεί σε οίκημα που σχεδιάστηκε με τη φροντίδα και την αισθητική του μεγάλου αρχιτέκτονα Δημήτρη Πικιώνη, οίκημα που ακόμη και σήμερα αποτελεί κόσμημα για την Πόλη μας.
Σήμερα το Πειραματικό Σχολείο, όντας πλέον και Πρότυπο, αναζητεί έναν νέο δρόμο που αποτελεί όμως συνέχεια της σπουδαίας του παράδοσης.

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

Η καθημερινή ζωή στην αρχαία Αθήνα: εργασία στην ιστορία της Α Γυμνασίου

Σας παρουσιάζω την εξαιρετική εργασία της Φανής. Μας μεταφέρει στην αρχαία Αθήνα μέσα από την αφήγηση και την οπτική γωνία ενός Αθηναίου, του Εμπεδοκλή. Καλό ταξίδι, λοιπόν, στο φανταστικό κόσμο που έχει επινοήσει η Φανή, χωρίς όμως να ξεχνά τα ιστορικά στοιχεία...


ΠΡΟΤΥΠΟ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


Μια μέρα ενός

αρχαίου Αθηναίου



Τμήμα Α2

Μαθήτρια: Ξερακιά Φανή

Μια καινούρια μέρα ξημέρωσε στην Αθήνα! Το  πρώτο φως της αυγής ρόδισε τον αττικό ουρανό και η πόλη μετά την ηρεμία της νύχτας γεμίζει φωνές, χρώματα και ήχους.

Ο Εμπεδοκλής, μόλις φάνηκαν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου, σηκώνεται από το κρεβάτι του ξεκούραστος και ευχαριστημένος, αφού ο θεός Ύπνος του ‘στειλε όμορφα όνειρα. Και σκέφτεται πως αυτή θα είναι άλλη μια δημιουργική μέρα για τον ίδιο και την πόλη του. Η Αθήνα είναι η πόλη των πόλεων και αισθάνεται περήφανος που γεννήθηκε Αθηναίος.

Με αυτές τις όμορφες σκέψεις στο μυαλό του πλένει το πρόσωπό του και τα χέρια του και παίρνει από τα χέρια του δούλου του τον πεντακάθαρο χιτώνα του. Τον φοράει και τον στερεώνει προσεχτικά στον ώμο με την πόρπη.

 Πάνω απ’ το χιτώνα φοράει το ιμάτιό του με τη βοήθεια του δούλου του. Το ιμάτιό του είναι σεμνό και αξιοπρεπές, αφού καλύπτει τα γόνατά του και φτάνει λίγο πιο πάνω από τους αστραγάλους.
Είναι η ώρα για το πρωινό του. Ο δούλος του φέρνει μερικά κομμάτια ψωμιά και κρασί. Βουτάει το ψωμί στο κρασί και απολαμβάνει τη γνωστή, αλλά αγαπημένη γεύση. Τρώει μερικά ξερά σύκα και αμύγδαλα και πίνει τον κυκεώνα που ετοίμασε ο δούλος του.
Φοράει τα δερμάτινα, μαλακά σανδάλια του και συμπληρώνει την εμφάνισή του φορώντας το χρυσό δαχτυλίδι του, που στόλιζε όμορφα το χέρι του, αλλά ήταν και η σφραγίδα του.
Παίρνει το ραβδί του και ευχαριστημένος από την κομψή του εμφάνιση βγαίνει από το σπίτι, ακολουθούμενος από τον δούλο του.
Περπατάει με βήμα σταθερό, χωρίς να βιάζεται. Δεν κοιτάζει γύρω του, το βλέμμα του είναι μπροστά, και το πρόσωπό του σοβαρό, αλλά όχι λυπημένο. Ο τρόπος που περπατάει κανείς δείχνει την καλή ανατροφή του και ο Εμπεδοκλής προσέχει πολύ τα θέματα συμπεριφοράς.
Περνάει μπροστά από τις κιονοστοιχίες που στολίζονται με τα αγάλματα όλων των επιφανών αντρών της πόλης και μαζί με τα υπόλοιπα θαυμάζει και το δικό του άγαλμα. Έγινε εις ανάμνηση της νίκης που πέτυχε η θεατρική παράσταση που είχε αναλάβει τη χορηγία της, στα «Μεγάλα Διονύσια».
Βαδίζει προς την αγορά. Οι φωνές και οι μυρωδιές της αγοράς τον καλούν, αλλά στέκεται για λίγο και θαυμάζει τα δημόσια κτήρια που υπάρχουν γύρω από την αγορά. Η Βουλή, τα δικαστήρια, τα σύμβολα της αθηναϊκής δημοκρατίας. Και οι ναοί! Τι υπέροχα δημιουργήματα!
Σηκώνει το βλέμμα του ψηλά και θαυμάζει τον Παρθενώνα. Στο πρωινό φως του ήλιου λάμπει και η ψυχή του γεμίζει με περηφάνια. Η Αθήνα είναι το κέντρο του κόσμου!
Θέλει να μοιραστεί τις σκέψεις του με τους φίλους και ξέρει πού θα τους βρει. Μετά τα ψώνια θα συναντηθούν στο «κουρείο».
Από τα μικρομάγαζα και τα μαγειρεία των πραματευτάδων σκορπάει στον πρωινό αέρα το άρωμα των ώριμων φρούτων, η οσμή του θυμιάματος, η μυρωδιά από τα δέρματα, το κρασί. Το πλήθος κινείται γύρω του κι ο θόρυβος είναι εκκωφαντικός. Ανάμεσα στο πλήθος βλέπει και τους αγορανόμους που παρακολουθούν τους εμπόρους για να τηρούνται οι διατάξεις των νόμων.
Τα προϊόντα που χρειάζεται ξέρει πού θα τα βρει γιατί ο χώρος της αγοράς είναι τακτοποιημένος και έχει σχέδιο. Υπάρχουν ειδικοί χώροι για κάθε προϊόν. Και υπάρχουν άφθονα προϊόντα από τη γη της Αττικής και τη θάλασσά της.



Δε βιάζεται όμως γιατί του αρέσει να παρατηρεί το πλήθος, πάντα βέβαια διακριτικά.
Δίπλα του ένα πλήθος πλούσιων νέων έχει συγκεντρωθεί γύρω από ένα ανάπηρο, πελάτη του ρήτορα Λυσία, που το κράτος του πληρώνει σύνταξη και διασκεδάζουν με τα αστεία του. Ένας χωριάτης κουβαλάει στην πλάτη ένα σακί, μέσα από το οποίο ακούγονται τα γουρουνάκια που γρυλίζουν. 


Ένα παιδί περνάει δίπλα του κρατώντας ένα κουνέλι!
 Πιο κάτω οι θαυματοποιοί και οι ταχυδακτυλουργοί συναγωνίζονται τους δαμαστές φιδιών. Κάποιοι μάγειροι φορτώνουν κουνέλια και καλάθια με σταφύλια.


Οι φωνές των πραματευτάδων που διαλαλούν τα εμπορεύματά τους γεμίζουν τον αέρα: « άιντε στο ξίδι», «αγοράστε λάδι», «ξεχάσατε να πάρετε κάρδαμο», «νέε μου ορκίζομαι πώς η αγαπημένη σου στολισμένη με το στεφανάκια αυτό θα γίνει ακόμα ομορφότερη!», «κρέας ψητό, μισός οβολός το κομμάτι».

Είναι ώρα όμως για τα ψώνια. Περνώντας από τους εμπόρους ψωνίζει όλα  όσα του χρειάζονται για το γεύμα και το βραδινό συμπόσιο και τα παραδίδει στο δούλο του. Τέλος κατευθύνεται προς τον ιχθυοπώλη.



Εκεί οι διαφωνίες για τις τιμές είναι πολλές. Οι τιμές που ζητούν είναι υπερβολικές, αν καταφέρουν να κρατήσουν τα ψάρια φρέσκα. Αλλά οι προνοητικοί αγορανόμοι δεν τους επιτρέπουν να τα βρέξουν με νερό. Έτσι αναγκάζονται να πουλήσουν χαμηλότερα από το φόβο μην τους χαλάσουν τα ψάρια.
Ο Εμπεδοκλής όμως περίμενε το χτύπημα της καμπάνας. Ήταν το σήμα πως στην αγορά έφτασε κάρο με φρέσκα ψάρια. Και για τους καλεσμένους του ήθελε το καλύτερο.
Όταν τα ψώνια είχαν πια τελειώσει κι ο δούλος πήρε το δρόμο για το σπίτι ήρθε η αγαπημένη εκείνη ώρα που θα συναντούσε τους φίλους του στο κουρείο.
Χαιρέτησε τους φίλους του με το καθιερωμένο κούνημα του χεριού και ακούστηκαν ευχές από όλους: «Χαίρε!», «Υγίαινε!», «Τα ωφέλιμα εργάζου!», «Εργάζου και ευτύχει!».
Αφού χόρτασε συζήτησε για την πολιτική και σχολίασε τα τελευταία νέα, ζήτησε από τον κουρέα να του αλείψει τα μαλλιά με λάδι και αρωματικές ουσίες για να μεγαλώσουν πιο γρήγορα.

Πήρε στη συνέχεια το δρόμο για το σπίτι 
του. Εκεί έφαγε με την γυναίκα του στην εσωτερική αυλή γιατί ο καιρός ήταν ιδιαίτερα καλός.  Ο Εμπεδοκλής ήταν μισοξαπλωμένος στο ανάκλιντρο και η γυναίκα του στο σκαμνί της απόλαυσαν ένα νόστιμο γεύμα. Στην αρχή έφαγαν πουλερικά και στη συνέχεια χορταρικά με μια σάλτσα φτιαγμένη από λάδι, ξίδι και μέλι.  Για επιδόρπιο σερβιρίστηκαν νωπούς και ξηρούς καρπούς, γλυκές και αρμυρές πίτες, που ήταν το καύχημα της Αττικής.  Μετά το φαγητό απόλαυσαν το κρασί στην αγαπημένη του αναλογία: δυο μέρη νερό, ένα μέρος κρασί. 

Αποσύρεται στη συνέχεια στη βιβλιοθήκη του και βγάζει μέσα από το μεταλλικό σωλήνα το χειρόγραφο με τα έπη του Ομήρου και διαβάζει. Το διάβασμα ξεκουράζει το σώμα του και ηρεμεί το πνεύμα του.
Αφού ξεκουράστηκε ο Εμπεδοκλής κατευθύνεται στο Λύκειο, το ένα από τα τρία μεγάλα δημόσια γυμναστήρια.
Περνώντας από τους σκιερούς διαδρόμους και τις στοές βλέπει γύρω του τους συμπολίτες του να περπατούν στους ειδικά διαμορφωμένους διαδρόμους, γύρω από το χώρο των ασκήσεων, και τους ρήτορες πιο μέσα στις ημικυκλικές αίθουσες να συζητούν. Κάποιοι μεγαλύτεροι στην ηλικία εξιστορούσαν τα αθλητικά κατορθώματα των νεανικών τους χρόνων.
Βαδίζοντας προς το λουτρό πέρασε έξω από την αίθουσα όπου οι αθλητές άλειφαν το σώμα τους με λάδι και στη διπλανή είδε άλλους να πασπαλίζουν το σώμα τους με άμμο για να μπορούν εύκολα να πιάνονται στην πάλη.



Στο λουτρό, ένα λιτό δωμάτιο με ένα καζάνι για το νερό και αρκετά αγγεία, αλείφει σ’ όλο το σώμα του ελαιόλαδο ανακατεμένο με αρωματικές ουσίες, έπειτα ξύνει το σώμα του με τη στρεγγίδα και τέλος ξεπλένεται με νερό. Ντύνεται στη συνέχεια και πριν φύγει για το σπίτι του σκέφτεται να καθυστερήσει λίγο αν κάποια ενδιαφέρουσα συζήτηση τραβήξει την προσοχή του.

Φτάνοντας στο σπίτι όλα ήταν έτοιμα για τα συμπόσιο. Τραπέζια, λεκάνες, μαξιλάρια, στεφάνια, τάπητες, ψωμιά αρώματα, γυναίκες, ζαχαρωτά, πίτες, κουλούρια, κουλούρια, χορεύτριες.
Ο Εμπεδοκλής ήταν λάτρης του κλασικού ιδανικού και έδινε ιδιαίτερη σημασία όχι στην ποσότητα του φαγητού, αλλά στον τρόπο παρουσίασης και προσφοράς.
Οι καλεσμένοι έφτασαν σιγά και μόλις μπαίνουν στο σπίτι οι δούλοι τους βγάζουν τα υποδήματα, τους πλένουν και τους αρωματίζουν τα πόδια. Ο Εμπεδοκλής ως σωστός οικοδεσπότης τους συνοδεύει στα δωμάτια του σπιτιού όπου περιηγούνται και δέχεται πολλούς επαίνους για την καλαισθησία του.
Στη συνέχεια οδηγούνται στην τραπεζαρία και ξαπλώνουν στα ανάκλιντρα ακουμπώντας τον αριστερό τους αγκώνα σε μαξιλάρι, έτσι που το στήθος τους να είναι ανασηκωμένο.


Όταν τακτοποιούνται όλοι οι δούλοι φέρνουν νερό για να πλύνουν τα χέρια τους. Στη συνέχεια τοποθετούν χαμηλά τραπεζάκια με φαγητά. Έχουν  χέλια σχεδόν σκεπασμένα με αλάτι, ένα μεγάλο στομάχι ψαριού, παχιές σουπιές και χταπόδια.
Οι δούλοι φέρνουν ξανά νερό κι αφού όλοι πλένουν τα χέρια τους παίρνουν τα αποφάγια και φέρνουν καινούρια τραπέζια με επιδόρπια και κρασί, το γάλα της Αφροδίτης.

Ο Εμπεδοκλής δίνει το σύνθημα και ξεκινά το τραγούδι με τη συνοδεία του αυλού. Εύχεται στους καλεσμένους του «υγίαινε» και παρακολουθεί τις χορεύτριες με φανερή ικανοποίηση.
Και φτάνει η ώρα των αινιγμάτων. « Αν δε μου πεις τίποτε, λες το όνομά μου, μα ναν προφέρεις το όνομά μου, τι θαύμα! Τότε δε θα με μαντέψεις», προκαλεί τους καλεσμένους του ο Εμπεδοκλής, μα πολύ εύκολα ο Αλκιβιάδης μαντεύει πως είναι η σιωπή.
Το συμπόσιο συνεχίζεται με πολύ συζήτηση και πριν φύγουν οι καλεσμένοι παίζουν τον κότταβο.
Με τα υπολείμματα του κρασιού στο ποτήρι προσπαθούν να πετύχουν έναν προκαθορισμένο στόχο, λέγον από μέσα του ο όνομα της αγαπημένης του. Όποιος το καταφέρνει είναι σίγουρος για την ανταπόκρισή της.


Ο Εμπεδοκλής είναι πολύ ευχαριστημένος με τη βραδιά που προσέφερε στους καλεσμένους του.
Όταν εκείνοι αποχωρούν πάει για ύπνο μετά από μια μέρα πολύ ενδιαφέρουσα και εύχεται να είναι το ίδιο απολαυστική και η επόμενη!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου